Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2018

Max Ritvo, "Αιώνες"





                                      ΑΝ ΚΑΙ


Σου έχω μιλήσει για τον παράδεισο –
εννοούσα απλά
ότι τα μάτια είναι ήλιοι που βλέπουν·
η όραση είναι των προσώπων ο νευρικός, απολαυ-
      στικός Κύριος.

Κάθε που σ’ ακούω ξεγυμνώνομαι.
Όταν φιλώ τον αστράγαλό σου, φιμώνω μια μάντισσα.
Η μάντισσα μιλά από τον λόφο του αστραγάλου
      σου.





                        ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΓΕΛΑΣΑ


Επαναλαμβάνεις τη λατρεία με αλλόκοτη, λαβυ-
      ρινθώδη πολυπλοκότητα
μέχρι να γίνει ένστικτο.
Τα ένστικτά σου μπερδεύουν όπως το πέταγμα.
Τα ένστικτά σου είναι σαν το κυμάτισμα χιλίων
      νεύρων
σε χίλια φτερά.

Ό,τι κάνεις είναι ένστικτο λατρείας.
Μπορείς μοναχά να καταπιείς και στους δύο λά-
      ρυγγές μας ταυτόχρονα.

Το τετράδιο ζωγραφικής γεμίζει αγάπη, ξανά και
      ξανά.
Γυρίζεις τις σελίδες αφήνοντας κόκκινα στίγματα.
Είναι το πιο βλακώδες και συνεκτικό φυλλοσκόπιο
      που έχει υπάρξει.
Είναι το πιο όμορφο αντικείμενο που έχουν δει τα
      μάτια μου.
Ένα φυλλοσκόπιο ερωτευμένου ουρανού,
το φυλλοσκόπιο της αληθινής αγάπης.

Έλα πίσω, το φαγητό αυτό είναι αηδία,
αυτά τα κινούμενα σχέδια κλαψουρίζουν.

Λάτρεψέ με να κοιμηθώ πριν ο ύπνος με λατρέψει
      με τους δικούς του όρους.





                          ΟΠΩΣ Η ΕΥΑ


Κρατώ το σώμα απ’ το οποίο φύτρωσα·
το πλευρό σου είναι ο λάκκος μου.

Είμαι ένα ημισέληνο στεφάνι από φύλλα·
ο αφαλός σου εκπνέει αυτές τις λέξεις.





                         ΓΕΛΑΩ ΑΚΟΜΑ


Όταν κολακεύεται, το πρόσωπό σου είναι
σαν πινέλο βουτηγμένο στο χρώμα της ζωής
που άξαφνα το έβαλαν κάτω από μια δέσμη
      καθάριο νερό που εκρήγνυται.





         ΣΥΜΠΑΝ ΟΠΟΥ ΔΕΝ ΗΜΑΣΤΑΝ
                         ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ


Μου δόθηκε ανταμοιβή:
Εσείς οι δύο θα επιλέξετε
πού θα αναπαυθώ.

Είμαστε τρεις γλυκύτατοι κυνηγοί με το βλέμμα
      καρφωμένο
στον ποτισμένο με λίπος βούρκο.

Στο βάθος κάθε τρύπας από σφαίρα
αναζητούμε τον φακό του γυαλιού

που θα ανατίναζε το είδωλο
της λείας μας.

Είναι ένα χαστούκι δυνατού αέρα.
Κοιτάμε ψηλά
το ιλαρό φεγγάρι.

Πέφτω κάτω στη λευκή λάσπη.

Όταν η αναπνοή παίρνει να γίνεται άρρυθμη,
γαργαλήστε με, πολυαγαπημένοι μου –
προκειμένου η αρρυθμία να σαστίσει.




Μετάφραση:
Jazra Khaleed & Ελένη Μπούρου




Από τη συλλογή «Αιώνες», εκδ. Σαιξπηρικόν, 2016.

Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2018

Νίκος Β. Λαδάς, "Πανοπλία σε τιμή ευκαιρίας"






ΣΚΙΤΣΟ


Ο ίσκιος της κληματαριάς στο χώμα
η φωνή του ήλιου μαχαίρι
χαράζοντας το σώμα του μεσημεριού
κι ο αρχάγγελος Μιχαήλ
ξάπλωσε στη ρίζα της ελιάς
κι αποκοιμήθηκε.
Τη ρομφαία του
την πήρε ένα αγόρι και
σιωπηλό
σκοτώνει υποθετικούς εχθρούς.





ΜΕΣΗΜΕΡΙ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ


Απρόσωπα ρήματα και ρήσεις Ευαγγελικές
− κερί νοθευμένο που το σβήνει ο καντηλανάφτης
          πριν καλά-καλά τ’ ανάψεις −
και ρήτρα δολλαρίου.
Μεγάλο μεσημέρι φθινοπωρινό
και πώς με δυναστεύει το μυαλό μου
και πώς με σπρώχνει
να παίζω τάβλι με την ιδέα του θανάτου
− στοίχημα τα ούζα −
τάβλι όλη την ώρα
μέχρι να δω τον θάνατο τον ίδιο.

Τους δρόμους που’γιναν ποτάμια φουσκωμένα
και κατεβάζουν βενζινάκατους με πολυβόλα,
τα ξεχαρβαλωμένα πεζοδρόμια που’ναι οι όχθες
να κάθονται σκιές των πεθαμένων να ψαρεύουν,
τον ήλιο να φωνάζει δίχως ήχο·
τα βάζω όλα σ’ ένα τραπέζι
κι ύστερα ανοίγω τον «χρυσό οδηγό»
στη λέξη «εστιατόρια», μήπως κανένας ξέρει
πώς μαγειρεύονται όλα τούτα, πώς
γίνονται εύπεπτη τροφή για μια ψυχή
που δεν πέτρωσε ακόμα.

Χρώματα μύρια στη γη και στα ουράνια,
χρώματα μυριοϋμνημένα από τους ποιητές
κι αστερισμοί να βγάζουν το ψωμί τους οι αστρονόμοι
και Μούσες χολιασμένες ένεκα ο Πικάσσο,
ω, δώστε μου − παρακαλώ σας − λίγο τάλαντο
να μη βλέπω τα πτώματα σε τάφους ομαδικούς,
«αδικοσκοτωμένοι δεν υπάρχουν» να φωνάζω·
κάντε γρήγορα
και πλάκωσαν οι αετονύχηδες
και θα μου μείνει αζήτητη πραμάτεια
των στοχασμών μου ο καραγκιοζίστικος χορός.

Μεγάλο μονόφθαλμο μεσημέρι,
στήνω τα πούλια και φτάνει
η ψυχή μου αντίστροφα το χρόνο μετρώντας
φιγούρα μαυροντυμένη από πίνακα του Γκρέκο.

Στο μεταξύ το συμπάν λειτουργεί αδιατάρακτα
κι ας ματώνουν μερικοί τρελλοί τα χέρια
πασκίζοντας
− δίχως μαχαίρι −
τις πρυμάτσες να κόψουν του ορίζοντα.





Η ΝΤΟΥΦΕΚΙΑ


                                                 Στον Αντώνη Σ.


Τόσα πουλιά κελαϊδώντας στο ίδιο κλωνάρι
πώς να μη μετρήσουν
το απροσμέτρητο;
Κι εσύ κρατούσες την ανάσα σου
κάτω απ’ το δέντρο
κι έτρεμες μήπως και περάσει
ο κυνηγός
με τις λασπωμένες μπότες και το δίκαννο,
ο κυνηγός που δεν ξέρει από απροσμέτρητα
ούτε από κύκλους αγωνίας
που δεν στενεύουν ούτε πλαταίνουν.

Κι ακόμα μουντζουρώνεις το χαρτί με φράσεις…
Και το δάσος; Κι ο κυνηγός
που ερχόταν οδηγημένος απ’ το κελάιδημα;
Πώς δεν φώναξες, δεν ούρλιαξες
σαν έπεσε η ντουφεκιά;
Ακόμα μυρίζει το μπαρούτι στο δωμάτιό σου
κι όλο κάτι γράφεις σκυφτός
καθώς το σκοτάδι πέφτει.
Το ξέρω: θα μείνεις άγρυπνος
δαγκώνοντας τα χείλη, δακρύζοντας
στη θύμηση της ντουφεκιάς.
Το ξέρω, αφού κυλάς στις φλέβες μου
κι έχεις τ’όνομά μου.





Από τη συλλογή «Πανοπλία σε τιμή ευκαιρίας», Αθήνα 1974.


Ο Νίκος Β. Λαδάς γεννήθηκε το 1953 στο Κιάτο Κορινθίας. Το 1956 η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στις Αχαρνές της Αττικής. Σπούδασε στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1974 εξέδωσε την ποιητική συλλογή «Πανοπλία σε τιμή ευκαιρίας» (αυτοέκδοση). Στις 10 Ιουλίου 1979 και σε ηλικία μόλις 26 ετών, έδωσε τέλος στη ζωή του. Μετά τον θάνατό του κυκλοφόρησαν τρεις ακόμη ποιητικές συλλογές του. Αργότερα, το 1994, κυκλοφόρησαν απ’ τις εκδόσεις Καστανιώτη οι συγκεντρωτικοί τόμοι «Άπαντα Ποιητικά» και «Άπαντα Πεζά».


Στην εικόνα: Χάλκινος θώρακας και κράνος από τάφο πολεμιστή στο Άργος.
Άργος, Αρχαιολογικό Μουσείο.

Τρίτη, 27 Φεβρουαρίου 2018

Κατερίνα Ζιαμπούλη: Λίγες σκέψεις για το βιβλίο της Κατερίνας Καλφοπούλου, "Ο Γιάννης που αγάπησα".


Δεν είναι ίσως συνηθισμένο σ’ ένα ιστολόγιο σαν αυτό του Ποιητικού Πυρήνα, όπου διαβάζουμε κυρίως ποίηση και λογοτεχνικά κείμενα, να γίνεται αναφορά σ’ ένα βιβλίο όπως «Ο Γιάννης που αγάπησα», της Κατερίνας Καλφοπούλου.
Εκείνο που μας εντυπωσίασε σ’ αυτό το βιβλίο και το παρουσιάζουμε είναι η αγάπη και η μαγεία, που συναντήσαμε στις σελίδες του για τα Μαθηματικά και τη διδασκαλία τους σε εφήβους μαθητές Λυκείου. Μια προσέγγιση των Μαθηματικών και της σχολικής τάξης, κάποιες εκφάνσεις της οποίας αγγίζουν μια ποιητική διάσταση, με την έννοια των ποικίλων διεργασιών που τα μαθηματικά μπορούν να επιφέρουν σ’ ένα άτομο, όπως ακριβώς κι ένα καλό ποίημα.




O ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑ


Διαβάζοντας το βιβλίο της Κ. Καλφοπούλου, ο «Γιάννης που αγάπησα» (εκδ. Τραυλός, 2017), με τον υπότιτλο «Ιστορίες ανατροπής στην τάξη», δεν μπορώ παρά να σταθώ στο ευχάριστο ξάφνιασμα που μου προκάλεσε και κυρίως στη χαρά που ένοιωσα, γιατί όταν έχουμε τέτοιους εμπνευσμένους Δασκάλους, μέσα στις τάξεις μας, κι ελπίζω να έχουμε πολλούς σαν την Κατερίνα Καλφοπούλου, ίσως οι έφηβοι μαθητές μας καταφέρουν να προσεγγίσουν και να σαγηνευτούν από τη γοητεία της γνώσης.
Τι να πρωτοπεί κανείς γι’ αυτή τη Δασκάλα των Μαθηματικών, η οποία αντιμετωπίζει τη διαδικασία της διδασκαλίας άλλοτε σαν μια «περιπετειώδη μίνι σειρά» κι άλλοτε σαν «συναρπαστικό αυτοτελές επεισόδιο», όπως η ίδια γράφει. Μια δασκάλα που καταφέρνει να βρίσκει στα φορμαλιστικά σύμβολα των Μαθηματικών τη λογοτεχνική τους διάσταση, όταν μιλά για τη «Δύναμη σημείου ως προς κύκλο» και να το πηγαίνει ακόμη παραπέρα σε φιλοσοφικές προεκτάσεις, συνδέοντας αυτήν τη μαθηματική σχέση με τον τρόπο αντιμετώπισης των προβλημάτων μας, προτρέποντας τους μαθητές να απομακρύνονται από τον πυρήνα του κάθε φορά προβλήματός τους, ώστε να μπορούν να το αντιμετωπίζουν με «θετική δύναμη» από απόσταση. Ή όταν συνδέει την προσπάθεια κατανόησης των Μαθηματικών με την κατανόηση του εαυτού μας, επισημαίνοντας πως αυτό, η γνώση δηλαδή του εαυτού μας, αποτελεί και τη βάση για τη σωτηρία του. Απόψεις που δεν ακούγονται συχνά μέσα στις σχολικές τάξεις, παρ’ ότι η αναγκαιότητά τους είναι ίσως πολύ μεγαλύτερη από την ίδια τη γνώση. Και λίγο παρακάτω όταν η Κ. Καλφοπούλου αναλογίζεται με αφορμή τα κριτήρια της Ευκλείδειας Γεωμετρίας, για τα «κριτήρια επιλογής επαγγέλματος, επιλογής φίλων, συντρόφου» κ.ά, για τα κριτήρια δηλαδή που ο καθένας χρησιμοποιεί για να πορευτεί στη ζωή. Και αλλού όταν με αφορμή τη «δεύτερη ανάγνωση» των δεδομένων μιας άσκησης συνεχίζει: «Αν στις ασκήσεις των Μαθηματικών αποκτήσουμε την εμπειρία να διαβάζουμε τα μηνύματα πίσω από τα – άμεσα και έμμεσα – δεδομένα ίσως βρούμε στη συνέχεια έναν συναφή τρόπο να διαβάζουμε τα κωδικοποιημένα μηνύματα τα δεδομένα και τα μεταδεδομένα, σε οποιαδήποτε διμερή επικοινωνία».
Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος με τον οποίο η συγγραφέας αξιοποιεί βασικές αρχές της διδακτικής, έχοντας κατά νου τη διδασκαλία ενός μαθήματος σαν μια ενορχήστρωση. Σαν μια προσπάθεια δηλαδή που θα κινητοποιήσει όλα τα μέλη της ορχήστρας-τάξης, όπου το κάθε μέλος θα συμβάλλει με τον δικό του τρόπο και τις δικές του δυνάμεις στο τελικό αποτέλεσμα. Γι’ αυτό το λόγο αφ’ ενός παίρνει αφόρμηση από την καθημερινότητα των μαθητών, προκειμένου να κινητοποιήσει το ενδιαφέρον τους, αφ’ ετέρου συχνά καταφεύγει στο στοιχείο της έκπληξης και της ανατροπής των τετριμμένων διαδικασιών, ώστε να διατηρήσει το ενδιαφέρον. Χρησιμοποιώντας όλες τις δυνατές παραστάσεις, αναπαραστάσεις, εννοιολογικές και μεταγνωστικές προσεγγίσεις, προσπαθεί να εξηγήσει ολιστικά τα μαθηματικά και να μην περιοριστεί μόνο στην παρουσίαση της τυπικής μεθοδολογίας. Κι αυτό το καταφέρνει με στέρεη, καλά δομημένη οργάνωση και προετοιμασία της διδασκαλίας παρ’ ότι αφήνει να εννοηθεί ότι συχνά πειραματίζεται. Η βαθιά γνώση της δυναμικής της ομάδας και των παραγόντων που την επηρεάζουν είναι ένα πολύτιμο εργαλείο, στα χέρια της για την επίτευξη των στόχων της. Οι παραπάνω τακτικές εξυπηρετούνται από μια «ιδιαίτερη στρατηγική: είτε μια πρώτη αφηγηματική προσέγγιση, ως εισαγωγή στο μάθημα, είτε μια φιλοσοφική ενατένιση ως κατακλείδα στην ανακεφαλαίωση». Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειώσω και την ιδιαίτερα ευρηματική ιδέα να μετατοπίζει το κέντρο ενδιαφέροντος της τάξης στους ίδιους τους μαθητές, δίνοντάς τους «ένα δεκάλεπτο την τελευταία ώρα της βδομάδας, ώστε όποιος θέλει να μπορεί να μιλήσει για τα χόμπι του, έχοντας όμως κατάλληλα προετοιμαστεί». Η παιδαγωγική διάσταση αυτής της τακτικής συμβάλλει πολλαπλώς στην τόνωση του ενδιαφέροντος των μαθητών, στην εξυπηρέτηση της ανάγκης τους να νοιώσουν σημαντικοί ως μέλη της ομάδας και κυρίως να αποκτήσουν την κουλτούρα της σοβαρής και υπεύθυνης προετοιμασίας, ακόμη και για την πιο απλή διαδικασία, όπως είναι η παρουσίαση των χόμπι τους. Η Κ. Καλφοπούλου έχει μεγάλη αγάπη για τα παιδιά, βαθιά γνώση της ψυχολογίας των εφήβων και μια διαρκή έγνοια: «πώς θα καταφέρει να κάνει αποτελεσματική τη διδασκαλία, ώστε να διαμορφώσει σκεπτόμενους, δραστήριους και ενεργούς πολίτες, όπως άλλωστε διατείνονται και τα νέα προγράμματα σπουδών» του Υπουργείου. Γι’ αυτό και έχοντας τη διδακτική εμπειρία, δεν παύει σε διάφορα σημεία του βιβλίου να ασκεί κριτική στα Αναλυτικά Προγράμματα και στους ανθρώπους που τα καταρτίζουν. Όμως, ακόμη και μέσα απ’ αυτήν την κριτική δεν παύει να διαφαίνεται η έγνοια της και η αγωνία της για την αποτελεσματικότητα της διδασκαλίας με όρους που αναφέρθηκαν παραπάνω.
Θα ήθελα εδώ να πω κάποια πράγματα για την προσωπικότητα της Κ. Καλφοπούλου όπως παρουσιάζεται μέσα από τις σελίδες του βιβλίου της. Πρόκειται για δασκάλα που πέρα από τη βαθιά γνώση του αντικειμένου διδασκαλίας της, έχει ευρύτερη παιδεία σε θέματα ψυχολογίας, παιδαγωγικής, κοινωνιολογίας και θα τολμούσα να πω φιλοσοφίας της καθημερινής πράξης και ζωής. Μια ολοκληρωμένη δηλαδή προσωπικότητα, η οποία στέκεται με τη στιβαρότητα της δασκάλας, αλλά την ίδια στιγμή καταφέρνει να εναλλάσσεται στους ρόλους του πρωταγωνιστή, του θεατή, αυτού που κινεί τα νήματα, ή καταγράφει τα τεκταινόμενα μέσα στην τάξη με θεατρικότητα και παιχνιδιάρικη διάθεση. Ένα ακόμη σημείο που πρέπει να τονιστεί είναι η ετοιμότητά της να αφουγκράζεται τους μαθητές και να μαθαίνει διαρκώς απ’ αυτούς. Μιας και ξέρει πολύ καλά ότι οι δάσκαλοι μαθαίνουν όταν ακούν τους συλλογισμούς των παιδιών, όταν αφιερώνουν χρόνο σ’ αυτούς και δε βιάζονται να «βγάλουν» τη διδακτέα ύλη.

Δύο πράγματα είναι σίγουρο ότι αποκομίζει κανείς διαβάζοντας το «Γιάννη που αγάπησα»:
n  Το ένα είναι η μεγάλη γοητεία, που ασκεί ο κόσμος των Μαθηματικών στη συγγραφέα και η περιπέτεια της διδασκαλίας τους στη σχολική τάξη και το άλλο είναι
n  Η αγάπη και το ενδιαφέρον για τους μαθητές της.

Σε πολλά και διαφορετικά σημεία του βιβλίου η Κατερίνα αναφέρεται στη γοητεία και στις διαφορετικές προεκτάσεις του κόσμου των Μαθηματικών, τα οποία σύμφωνα με την τεκμηριωμένη άποψή της βρίσκονται παντού, με τον ίδιο τρόπο που βρίσκεται και η γλώσσα. Και η αναφορά της αυτή προσομοιάζει με τη χαρά ενός μικρού παιδιού μπροστά στο καινούργιο του παιχνίδι. Με την ίδια χαρά βιώνει και το μαγικό κλίμα της σχολικής τάξης. Παρά το πλήθος των επιθέτων που χρησιμοποιεί για να το παρουσιάσει (γοητευτικό, δημιουργικό, αποκαλυπτικό κ.ά.), στο τέλος καταλήγει: «δεν υπάρχουν λέξεις ικανές να το περιγράψουν και να το μεταφέρουν έξω από τον χώρο που το φιλοξενεί και πέρα από τους ανθρώπους που το βιώνουν».
Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη διαπίστωση, δηλαδή την αγάπη για τους μαθητές της, υποδηλώνεται παντού, σε κάθε κείμενο του βιβλίου της. Από τον τίτλο ακόμη «Ο Γιάννης που αγάπησα», μέχρι και στα κείμενα όπου επικρίνει τα παιδιά για την προχειρότητα με την οποία διαχειρίζονται τα προβλήματα των Μαθηματικών ή επιζητούν η προσέγγιση της μάθησης να γίνεται μόνο με διασκεδαστικό τρόπο (ελέω των σύγχρονων παιδαγωγικών θεωριών), η ανησυχία και η έγνοια της είναι καταφανείς. Αγαπά τα παιδιά αλλά δε χαϊδεύει αυτιά. Προσπαθεί με κάθε πρόσφορο μέσο να αφυπνίσει και να κρατήσει σε εγρήγορση τους μαθητές σε σχέση με όσα θα αντιμετωπίσουν στην αυριανή ζωή, έξω και πέρα από το προστατευτικό περιβάλλον της οικογένειας και του σχολείου. Γι’ αυτό και συνεχώς προσπαθεί να αναδεικνύει την δύναμη της παραγωγικής-επαγωγικής μεθόδου της Ευκλείδειας Γεωμετρίας και να τη συνδέσει με τη λογικά ολοκληρωμένη σκέψη, στην προσπάθειά της να δημιουργήσει πρότυπα σκέψης, συμπεριφοράς και χαρακτήρα.
Η Κ. Καλφοπούλου δεν παύει να διερευνά, να προβληματίζεται, να αναλογίζεται τις ευθύνες της ως διδάσκουσα και να αποφαίνεται: «Ίσως στο σχολείο δεν εξηγούμε επαρκώς τα Μαθηματικά έξω από το φορμαλιστικό-λειτουργικό τους πλαίσιο. Και αναμφιβόλως στο Λύκειο, ακολουθώντας το πιεστικό Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών, δεν προσεγγίζουμε τα Μαθηματικά από τη φιλοσοφική τους διάσταση η οποία αποδεικνύει ότι δεν πρόκειται για ένα στυγνό "παιχνίδι συμβόλων", που στερείται νοήματος, αλλά για ένα σύνολο πρακτικών, οι οποίες μπορούν να εφαρμοστούν άμεσα ως τρόπος σκέψης, συγκρότησης, συνέπειας, λογικής διάταξης, ερμηνείας μετάφρασης, και άλλων ατομικών, κοινωνικών και επικοινωνιακών διεργασιών…
Τα Μαθηματικά, εν κατακλείδι, δεν είναι απλώς τρόπος σκέψης! Τα μαθηματικά είναι (ένας συναρπαστικός) τρόπος ζωής!».


Κατερίνα Ζιαμπούλη

Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2018

Γιώργος Σαραντάρης, "Γιατί τον είχαμε λησμονήσει…"





ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ


Γοητεία του χρόνου
σαν ξαναερωτευθώ μια κόρη!
μήτε το πρόσωπό της, έστω και θείο,
αγαπάω πιότερο από το αίσθημα αυτό,
να καίομαι σε μια φωτιά μεγάλη
και ψηλή μέχρι τον ουρανό
να ζω και να πεθαίνω
από λάμψη σε λάμψη
έχοντας καθαρό νου
καθαρές φλέβες
και την ψυχή δροσερή
και γενναία!


                                               26.6.1934





ΚΟΒΩ ΑΠ’ ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ…


Κόβω απ’ το δέντρο τον καρπό
Πηγαίνω ολομόναχος στ’ αμπέλι
Γλυκαίνοντας τη δίψα μες στα χείλη
Πιάνοντας την ανάλαφρη δροσιά
Από τα χώματα κι από το πράσινο

Μοιάζει τ’ αλέτρι στοιχειό
Φεγγαρίσιο
Οι κάμποι τώρα απίθωσαν τα χέρια
Τη ζέστη από τους κόρφους
Ανάσκελα
Δοσμένοι στο ξεφάντωμα
Χορταίνουνε τις αγκαλιές
Πριν ραγίσει η σιωπή


                                               4-5.4.1935




Η ΓΗ…


Η γη κρατάει ασπίδα τους ανθρώπους
Κ’ οι άνθρωποι τραγουδάν ξένοιαστα
Γιατί δεν ξέρουν
Την αποστολή τους
Αγνοούν τον κίνδυνο της γης

Μεθυσμένοι μα ρωμαλέοι
Τρελλοί από τον ίλιγγο
Με κουπιά που νικούν στη λάμψη
Τους ανέμους και τα κύματα
Ταξιδεύουν στις θάλασσες
Ανεβαίνουν στους ουρανούς

Η δειλία τους κοιμάται
Πίσω απ’ τη χολή της γης
Σε τόπους μ’ ένα αιώνιο φεγγάρι
Που ρήμαξαν ζώα χωρίς ντροπή
Η κακόβουλη τύχη
Ο θρασύς καιρός


                                               28.1.1938





ΓΙΑΤΙ ΤΟΝ ΕΙΧΑΜΕ ΛΗΣΜΟΝΗΣΕΙ


Μπορεί ένας από μας ν’ αγαπήσει μια γυναίκα;
Ας βγει έξω
Ας περπατήσει προς τη θάλασσα
Ας τραγουδήσει
Από τα κύματα θ’ ανθίσουν γυναίκες
Όχι μονάχα για κείνον που τραγουδά
Αλλά για όλους μας
Όλοι θα μάθουμε ξανά τον έρωτα
Σαν να μην τον ξέραμε ποτέ
Σαν να τον είχαμε λησμονήσει

Γιατί τον είχαμε λησμονήσει


                                                19.6.1938





ΤΟΥ ΚΟΠΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΟΧΘΟΥ…


Του κόπου και του μόχθου των περιστεριών
Στάθηκα εραστής

Γιατί μου φάνηκε πως η ζωή τ’ ουρανού
Κύλησε ίσαμε το στήθος των πουλιών

Και πια δεν είχα όρεξη να μάθω
Ονόματα χωρών
Πρόσωπα
Πράματα

Δεν με τραβούσε το κελάδημα της γης
Όταν δεν ανεβαίνει

Πάνω απ’ τα δέντρα
Ο ψίθυρος της πλάσης γελαστός
Τα σώματά μας λάμπουνε περίφημα
Σε τέτοιες οάσεις

Και ακοντίζουν υπέροχες κραυγές
Τόσες που τα πουλιά δεν λησμονάνε
Το άρωμα το μοσχοβόλημα της χλόης


                                               4.8.1939





ΜΗΤΕΡΑ ΤΩΝ ΛΑΩΝ ΚΕΛΑΗΔΗΣΕ Η ΖΩΗ


Μητέρα των λαών κελάηδησε η ζωή
Είταν ημέρα είταν πρωί
Τα σύννεφα είχαν φύγει
Εμάς μας είχε πάρει
Ο Αύγουστος
Νοσταλγικά τραγούδαγαν τα νερά
Εκουνούσαν τον κόσμο στο χορό
Με τη σειρά σηκώναν τα παιδιά
Και τις γυναίκες φέρνανε
Πότε κοντά πότε μακριά
Η δύση του ήλιου η δύση
Βαστούσε τη ζυγαριά των αμαρτιών


                                               [20-23.12.1939]





ΝΟΤΕΣ


Σου είπα, ότι κάποτε εχλεύαζα τ’ αηδόνια. Μην το πιστέψεις· το είπα για να δώσω την υπόκρουση της αστειότητας στα βήματά μας που ανέβαιναν το βουνό, ενώ μιλούσαμε για τη φιλοσοφία του ήλιου, όταν δύει. Ω φύλλα απαλά σαν ψυχές, αναμνήσεις, πυγολαμπίδες!


                                               18.7.1940





Από το βιβλίο «ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ,
Γιατί τον είχαμε λησμονήσει…
Μια ανθολόγηση από το σύνολο του έργου του»,
Εισαγωγή-Επιμέλεια: Μ. Γ. ΜΕΡΑΚΛΗΣ
παραφερνάλια τυπωθήτω, Αθήνα 2002

Στην εικόνα: Marc Chagall, «Πάνω από την πόλη», (1914-1918). Κρατική Πινακοθήκη Tretyakov. Μόσχα.
Πηγή:
http://annagelopoulou.blogspot.gr/2014/01/marc-shagall.html

Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2018

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, "Ο Αρχίλοχος έπεσε από τη Σελήνη με αλεξίπτωτο στην πόλη"






Από την ενότητα
I
Ο Αρχίλοχος


Πάρος ΙΙ ή Γιατί ο Αρχίλοχος


Πάρος, η αγάπη της πέτρας
λαξευμένης απ’ το κύμα
πυρωμένης απ’ τον ήλιο
Ποτισμένη τα μεθυσμένα όνειρα
χορτασμένη τη μυρωδιά του θυμαριού
Απιθωμένη στην άμμο
και γύρω της τ’ αχνάρια του Αρχίλοχου
από τότε που έψαχνε την ασπίδα του
που του ήταν βάρος, ασήκωτο
Γιατί, δεν μπορείς να γράφεις ποιήματα
κουβαλώντας μιαν ασπίδα





Από την ενότητα
II
Η Σελήνη


Άτιτλο

Τούτες οι σταγόνες
στα φύλλα του ελαιώνα
είναι ό,τι απέμεινε από έναν καθρέφτη
που έπεσε από τη Σελήνη





Τα δαχτυλίδια


Στα δάχτυλα του μέλλοντος
περασμένα τα παλιά δαχτυλίδια
άλλα χρυσά, άλλα αργυρά
τα πιο πολλά από σίδερο,
βαραίνουν το χέρι, που
προσπαθεί να δείξει ψηλά





Από την ενότητα
III
Η πτώση


Ο μάγος


Ο μάγος φυσάει τη φλογέρα του
κόντρα στον άνεμο
που διαχέεται απ’ τις οπές της
σαν ένα αόρατο μουσικό σιντριβάνι

Βρέχει μια μαύρη συγχώρεση
στον κήπο της Γεσθημανής και
στις Μητροπόλεις της Ευρώπης χιονίζει,
κινέζικα χαρτάκια τύχης

Ο χάρος κάποτε θα βαρεθεί
να βάφει τα μαλλιά του,
αυτό το χιλιάδων χρόνων,
αμούστακο παιδί





Ο κήπος μου


Στον κήπο μου έχω
φυτέψει ροδιές

στο σύννεφο που τον σκεπάζει
έναν ροδώνα

κάθε που βρέχει
στρώνει το χώμα ροδοπέταλα

τα ρόδια μου είναι κόκκινα
τα τριαντάφυλλά μου μαύρα





Από την ενότητα
IV
Το αλεξίπτωτο


Μυρτώο πέλαγος


Είναι η ημιτελής συμφωνία
του Σούμπερτ
και η άλλη, αυτή με τον διάβολο,
που κρατά ζωντανά τα χρώματα
του Μυρτώου πελάγους





Η Τρίτη


Κάποτε θα αγαπηθούμε
στις πολύχρωμες λεωφόρους
φωνάζοντας αρχαίους στίχους,
κάποιο απόγευμα Τρίτης
θα συναντηθούμε σε παραστάσεις
που ανεβαίνουν κάθε Δευτέρα και Τρίτη
λόγω έλλειψης κεφαλαίων,
λόγω αλλεργίας προς το πλήθος
του σαββατοκύριακου

Θα βρεθούμε και πάλι
κάποιο δροσερό ανοιξιάτικο βράδυ
βυθιζόμενοι στην αντανάκλαση
κάποιας κόκκινης πανσελήνου
σε άπατα νερά
και θα συναρμολογήσουμε τότε −
τα σπασμένα ποιήματα





Από τη συλλογή «Ο Αρχίλοχος έπεσε από τη Σελήνη με αλεξίπτωτο στην πόλη»,
εκδ. Οδός Πανός, 2018.

Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018

Νίκος Σφαμένος, "Δεν θα συμβεί τίποτα"




Δεν θα συμβεί τίποτα


«Δεν θα συμβεί τίποτα», σκέφτηκε εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα όταν βγήκε απ’ την κάμαρα του. Περπάτησε όπως πάντα αρκετά, χαιρέτησε κάνα δυο γνωστούς και σταμάτησε για κάμποση ώρα στο γνώριμο σημείο κοιτάζοντας τη θάλασσα.
    Οι γάτες ήρθαν και τριβόταν στα πόδια του, άρχισε να τις μιλάει −λες και ήξεραν τα μυστικά όλου του κόσμου. «Εμείς κάποια στιγμή φεύγουμε χωρίς να έχουμε μάθει σχεδόν τίποτα», σκέφτηκε.
    Έπειτα από λίγο βρήκε μια καφετέρια, ήταν η μέρα που οι παρέες συγκεντρωνόταν και έβλεπαν τους ποδοσφαιρικούς αγώνες. Φωνές, καβγάδες και βλέμματα καρφωμένα στην οθόνη. Του άρεσε να τους παρατηρεί. Χτύπησε το τηλέφωνο του.
    «Αγαπητέ και αυτό το καρναβάλι είναι υπέροχο! Σε δύο μέρες επιστρέφουμε και ανυπομονούμε να σε ξαναδούμε. Να γράφεις ε; Μη σταματήσεις ποτέ.»
    «Κι εγώ ανυπομονώ.»
    Υπήρχε γύρω μια γλυκιά θλίψη, ίσως πράγματι να ζούσε σ’ ένα όνειρο. Πόσοι και πόσοι είχαν γράψει γι’ αυτό. Γλυκιά θλίψη. Ναι.
    Επέστρεψε αργά τη νύχτα. Άνοιξε το παράθυρο και λίγο πριν κοιμηθεί έγραψε αυτές τις γραμμές. Δεν είχε συμβεί τίποτα. Περίπου.



Νίκος Σφαμένος



Στην εικόνα:
Pablo Picasso, «Harlequin with Glass», 1905.

Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018

Αγγελική Ελευθερίου, "Θα καπνίζω"






~*~


Τώρα που γύρω μου σωπαίνει η ζωή
Ακούω τους λυγμούς
Που κράτησα μπροστά σου





~*~


Το παιδικό τραύμα
Από τσέρκι – στη θάλασσα
Άρχισε ξαφνικά να αιμορραγεί
Το αίμα κεφαλάκια καρφίτσας
Ένα ένα και κοντά κοντά
Σαν τα κεριά
Που παίρνουν φως το ένα απ’ τ’ άλλο
Έδωσαν μορφή
Σ’ ένα αιμάτινο κόσμημα
Στο γόνατό σου
Δε στάζει
Μένει εκεί
Ένα κομμάτι φεγγαριού
Σε χάωση
Το γιατρέψαμε μόνοι μας
Με καπνό τσιγάρου
Απ’ τις τσίμπες
Που μαζέψαμε από χάμω
Ακόμα μ’ ένα τάμα στην «Κοίμηση»
Που περιμένει
Δεν τρέξαμε σε γιατρούς
Ούτε σε φαρμακείο
Λες και γνωρίζαμε από τότε
Βρέφη σχεδόν
Πως μερικές πληγές
Δεν κλείνουν





~*~


Οι ποιητές όταν δε γράφουν μαραζώνουν
Ορκίζονται στον εαυτό τους
Πως ή αίτια είναι άλλη
Κάποια ασθένεια του σώματος που έρχεται
Ίσως οι έρωτες που έσβησαν
Βάζουνε τάξη στην κάμαρά τους
Παλιά κλειδιά και αποδείξεις
Τίποτε δεν ανοίγουν ετούτα τα κλειδιά
Κι οι αποδείξεις δεν παραγράφουνε κανένα χρέος
Διπλώνουνε τα ρούχα τους
Όπως οι ιερείς τα άμφια
Περπατούν αργά προσεχτικά
Σαν ηλικιωμένοι τουρίστες
Τάξη τάξη
Δεν πιάνουν πια χαρτί
Το άσπρο τους τρομάζει





~*~


Εμείς δεν ήμασταν ποτέ μαζί
Πώς βρέθηκαν τα ρούχα σου
Με τα δικά μου εδώ κι εκεί
Στις φωτογραφίες μαζί
και στις αφιερώσεις





~*~


Και ξαφνικά
Όταν θα έρθει η ώρα
Κι άγνωστοι άνθρωποι
Θα μπουν στο σπίτι μας
Θα ’ναι και μια επιτροπή
Που θ’ αναγγείλει
Ότι παρέδωσα την κόλλα μου λευκή
Και ας ακούγεται παντού μες στον αέρα
Ένα γεμάτο άδειο η φωνή
Που ορκιζόταν «σε ό,τι έχω ιερό»
Πως κάποιο λάθος έγινε
Πως η αλήθεια είναι άλλη
Έτσι κι αλλιώς
Δεν είχε πια καμία σημασία
Ο κόσμος έγινε για μια στιγμή
Αυλή σχολείου με μικρά παιδιά
Σε επαρχία
Που τραγουδούσανε
«Σε γέλασε Παρασκευούλα μου» ξανά και ξανά
Και τέλος
Ο «Εθνικός Ύμνος»





~*~


Φοβάμαι
Μη με χτυπήσει
Κάποια απ’ τις λέξεις
Που θα πεις





~*~


Τόσος αέρας
Κι εσύ
Χωρίς ανάσα





Από τη συλλογή «Θα καπνίζω», (2004).
Πηγή: η συγκεντρωτική έκδοση «Αγγελική Ελευθερίου - Τα ποιήματα, (1978-2011)», εκδ. Γαβριηλίδης 2015.
Στο εξώφυλλο: λεπτομέρεια από έργο της Λιλής Ελευθερίου.