11/3/18



Οι εικόνες του τεύχους προέρχονται από διάφορες εκθέσεις

Μαρία Πολυζωίδου, Καλλιόπη, 2017, λάδι σε λινό, 65 Χ 70 εκ., από την έκθεση «Περιστατικό» στη γκαλερί ΑΔ (Παλλάδος 3, Ψυρρή, Αθήνα), μέχρι 31/3


Με το πείσμα ενός αξιοπρεπούς διανοουμένου

Ο Ηλίας Ηλιού από το KKE στην ΕΔΑ και τον κομμουνισμό της ανανέωσης

ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

ΗΛΙΑΣ ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Ηλίας Ηλιού, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, σελ. 296

Η ωραία βιογραφία που οφείλουμε στον Ηλία Νικολακόπουλο και στο Ίδρυμα της Βουλής μάς φέρνει πιο κοντά σε έναν γνωστό μας άγνωστο, στον Ηλία Ηλιού, έναν άνθρωπο με θάρρος και ελεύθερη σκέψη, ο οποίος δεν δίστασε να ενταχθεί στην κομμουνιστική Αριστερά την ώρα που κάποιοι μετά τα Δεκεμβριανά εγκατέλειπαν το σκάφος, όπως δεν δίστασε και να διατυπώνει συστηματικά τις απόψεις του διαφοροποιούμενος από την κομματική ηγεσία.
Βασίζοντας τις αναλύσεις του σε εκτιμήσεις της πραγματικότητας και σε συμπεράσματα που στηρίζονται στην κοινή λογική, ο Ηλίας Ηλιού δεν φαίνεται να προσάρμοσε πλήρως την πολιτική σκέψη και τις προτάσεις του στα θέσφατα της κομματικής γραμμής, όπως απαιτούσαν οι καιροί και η κομμουνιστική παράδοση. Έτσι, ανεξάρτητα από τον βαθμό ενσωμάτωσης του ίδιου στα κλιμάκια που περιέβαλλαν τον στενό ηγετικό πυρήνα του ΚΚΕ, η στάση που κράτησε απέναντι στην εκάστοτε κομματική ηγεσία συνιστά κανονικότητα στην πολιτική διαδρομή του και μας δίνει αφορμή για κάποιες σκέψεις στο ζήτημα των σχέσεων ενός κομμουνιστή και διανοουμένου με την πολιτική δράση.
Ήταν όμως εντέλει κομμουνιστής ο Ηλίας Ηλιού; Το ερώτημα τίθεται γιατί το στερεότυπο του κομμουνιστή επικεντρώνει στην εργατική/λαϊκή καταγωγή, στην ένταξη σχεδόν από την εφηβεία στο κομμουνιστικό κίνημα, την αγωνιστική δράση και την κατίσχυση του κομματικού επί του ιδιωτικού, στη μακροχρόνια φυλάκιση, την αυτομόρφωση στους τόπους εγκλεισμού και την ανεπιφύλακτη συνήθως αποδοχή των αποφάσεων της κυρίαρχης ηγετικής ομάδας. Η προσωπογραφία μάλλον δεν συγκλίνει με όσα χαρακτηρίζουν από νωρίς τον κομμουνιστικό «ιδιότυπο». Ο κοινωνικός κοσμοπολίτης και ο bon vivant αστός διανοούμενος ελάχιστα φαίνεται να συνάδει με τη στερεοτυπική εικόνα της εγκράτειας, της κακουχίας, της αυστηρότητας και των στερήσεων του «λαϊκού αγωνιστή».

Μια «άγρια νουβέλα»;

. Μυρτώ Ξανθοπούλου, Εκατό κιλά, 2017, άσπρο καρμπόν, 50 x 38 x 4 εκ., από την έκθεση Rendering the Sky στη γκαλερί Elika (Ομήρου 27, Αθήνα), μέχρι 31/3



ANDRES BARBA, Χέρια Μικρά, μτφρ. Βασιλική Κνήτου, εκδόσεις Μεταίχμιο, σελ. 120

«Η συγγραφική του τέχνη είναι δυσανάλογη της ηλικίας του», γράφει ο «πολύς» Mario Vargas Liosa για τον 43χρονο νέο των Ισπανικών γραμμάτων. Του οποίου η φήμη του είναι δυσανάλογη προς το έργο του, θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς. Ή τουλάχιστον αυτού του έργου όπως μας παρουσιάζεται στην Ελληνική μετάφραση.
Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την πληθωρικότητα και την ορμητική, χειμαρρώδη γραφή του Μαδριλένιου συγγραφέα. Από το σημείο αυτό όμως μέχρι να τον αποκαλούν σύγχρονο Κάφκα ή Μπρούνο Σουλτς, η απόσταση είναι πολύ μεγάλη.
Μάλλον εμείς οι σύγχρονοι Έλληνες δεν θα μάθουμε ποτέ ποια είναι τα μονοπάτια που οδηγούν στην διεθνή λογοτεχνική επιτυχία αφού τα Ελληνικά βιβλία δεν πολυμεταφράζονται στο εξωτερικό κι όταν αυτό συμβαίνει η επιτυχία τους είναι μέτρια. Αλλά εάν ένα βιβλίο σαν τα Χέρια Μικρά εμφανιζόταν χωρίς τους διεθνείς διθυράμβους και τις κάπως αταίριαστες κατά τη γνώμη μου συγκρίσεις, θα είχε οπωσδήποτε ένα ενδιαφέρον σαν ανάγνωσμα, θα τραβούσε το ενδιαφέρον του αναγνώστη, θα έκανε κάποια εντύπωση, όχι για την τολμηρότητα του θέματος, γιατί τέτοια «τολμήματα» είναι πλέον πιο κοινότοπα κι από την αφήγηση μιας καθημερινής στιγμής, αλλά για την πληθωρικότητα της γλώσσας, τον τρόπο που παρασύρει τον αναγνώστη και, κυρίως, τη δυνατότητά του να προκαλεί συγκινησιακή φόρτιση που μπορεί να αγγίξει ακόμα και έναν αναγνώστη εθισμένο στην ευπώλητη λογοτεχνία, χωρίς να είναι ευπώλητη λογοτεχνία. Αλλά από εκεί και πέρα, πού είδαν την ομοιότητα με τον Κάφκα οι ξένοι κριτικοί, πώς κατάλαβαν ότι διεισδύει στο μυαλό των παιδιών με ακρίβεια και τι σημαίνει ότι «ανατέμνει ιδιοφυώς την ανθρώπινη συνθήκη», παραμένει άδηλο.

Βία, αυτοδικία, εμφύλιοι

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ, Πού μας πάει αυτό το αίμα; (Αναπαραστάσεις αυτοδικίας και βίας στη νέα ελληνική λογοτεχνία), εκδόσεις Πατάκη, σελ. 424

Και μόνο από την επιλογή του τίτλου, που αποτελεί φράση αποσπασμένη από ημερολογιακή εγγραφή του Γιώργου Θεοτοκά (1η Φεβρουαρίου 1944, Τετράδια Ημερολογίου, 1939-1953), «όπου συμπυκνώνεται ο σπαραγμός ενός λαού έως τη λήξη του αδελφοφάγου εμφύλιου σπαραγμού», αντιλαμβάνεται κανείς ποιο υπήρξε το κυρίαρχο κίνητρο αυτού του άκρως φιλόδοξου όσο και ενδιαφέροντος εγχειρήματος του Γιάννη Παπακώστα να επισημάνει και να πραγματοποιήσει εμβριθείς προσεγγίσεις και περιδιαβάσεις σε έργα, στα οποία θίγεται ποικιλοτρόπως, υπό στενή ή υπό ευρεία έννοια, το ζήτημα της αυτοδικίας σε όλες τις πιθανές εκδοχές του, ξεκινώντας από τη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη και καταλήγοντας στο Γκιακ του Δημοσθένη Παπαμάρκου. Αντιλαμβάνεται ότι το στοιχείο που πρωτίστως τον συγκίνησε και τον κινητοποίησε -κυρίως συνέβαλε στη διαμόρφωση του κριτηρίου επιλογής των προσεγγιζόμενων έργων- δεν ήταν άλλο από το στοιχείο της ιστορικότητας∙ ο τρόπος με τον οποίο η λογοτεχνία -κυρίως ο  αφηγηματικός λόγος- ανταποκρίθηκε στις ιστορικές και ιδεολογικές -ενίοτε και στενότερα πολιτικές- διακυμάνσεις και κορυφώσεις που γνώρισε ο τόπος σε όλη τη διάρκεια του εικοστού αιώνα (Μικρασιατική Καταστροφή, Κατοχή, Αντίσταση, Εμφύλιος σπαραγμός).

Ο «σοσιαλιστικός ρεαλισμός» στις τέχνες


Άποψη της Οικιακής Εγκατάστασης του Ζήση Κοτιώνη με τίτλο Do_As (Domestic Assemblage) που πραγματοποιήθηκε στη γκαλερί Αντωνοπούλου, φωτογραφία studio Vaharidis

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΣΤΑΜΑΤΗ

Το 1932 το σταλινικό καθεστώς στην ΕΣΣΔ εγκαινίασε επίσημα στα καλλιτεχνικά πράγματα της χώρας τον αποκαλούμενο «σοσιαλιστικό ρεαλισμό». Η εισαγωγή του σοσιαλιστικού ρεαλισμού σηματοδοτεί μια αποφασιστική ρήξη στα πεδία της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Βασικό θύμα του στάθηκε η περίφημη Ρωσική Πρωτοπορία, που άνθισε τη δεκαετία του 1910 και, με εξασθενημένο τρόπο, στη δεκαετία του 1920.

Σε τι συνίσταται
Ο λεγόμενος «σοσιαλιστικός ρεαλισμός» δεν ανταποκρίνεται σε αυτοπροαίρετη επιλογή του καλλιτεχνικού κόσμου υπέρ κάποιας νέας καλλιτεχνικής κίνησης, δίπλα σε άλλες. Απεναντίας, καθιερώνει έναν πολιτικο-αισθητικό κανόνα. Αυτός επιβάλλεται από την κρατική εξουσία άνωθεν και καθολικά, εξοβελίζοντας κάθε άλλη εκφραστική συνθήκη. Έτσι, όμως, συνθλίβει και τα τελευταία απομεινάρια ελευθερίας στις εικαστικές τέχνες.
α) Από πολιτική άποψη, ο κανόνας του σοσιαλιστικού ρεαλισμού υποδεικνύει επιτακτικά στον καλλιτεχνικό κόσμο να παράγει έργα που θα εκπέμπουν πνεύμα καθεστωτικής νομιμοφροσύνης και επιβεβλημένης αισιοδοξίας. Συνεπώς λειτουργεί για τις ανάγκες νομιμοποίησης του –κατ’ όνομα πια– σοβιετικού συστήματος στη συνείδηση των ανθρώπων. Η τέχνη σύρεται έτσι σε ρόλο προπαγανδιστικής θεραπαινίδας της κατεστημένης εξουσίας και ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός αποβαίνει επικουρική καθεστωτική ιδεολογία.

Νυχτερινά αγγέλματα

ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΜΟΙΡΑ

Από την ατομική έκθεση της Κατερίνας Κότσαλα με τίτλο Sisyphus που πραγματοποιείται στο Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Ιλεάνα Τούντα (Αρματολών & Κλεφτών 48, Αθήνα), μέχρι 31/3


ΖΥΡΑΝΝΑ ΖΑΤΕΛΗ, Τετράδια ονείρων, εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 224
    
Ένα διαφορετικό βιβλίο-πρόκληση. Ευφυές και καλαίσθητο. Μικρού σχήματος και με μωβ σκληρό εξώφυλλο. Στο χάρτινο ντύμα η κομψή σιλουέτα μιας γάτας, αγαπημένο ζώο της συγγραφέως, που σαν επαναλαμβανόμενο μοτίβο εισχωρεί παιχνιδιάρικα στην πλάγια, πυκνή, καλλιγραφική γραφή του χειρογράφου της. Η Ζυράννα Ζατέλη καταγράφει σε γαλάζια σχολικά τετράδια τα όνειρά της με χρονολογική σειρά και ένδειξη τόπου και τα μοιράζεται με τον αναγνώστη, προσκαλώντας τον σε ένα φανταστικό πεδίο νυχτερινών συναντήσεων. Εκεί όπου συγκεντρώνονται απροσχεδίαστα οι αγγελιοφόροι της νύχτας. Και τότε ένας καταιγισμός από εικόνες και σκηνές, ευφάνταστες και πολύτροπες, κατευναστικές και διεγερτικές, γαλήνιες και βίαιες, σκοτεινές και φωτεινές, εκστατικές και ανακλητικές, αλλότροπες και εξωπραγματικές, συμβολικές και μυστηριακές, εισβάλλει στο μυαλό του. Αυτή η οραματική ακολουθία ονείρων τον παρασύρει σε έναν παράξενο, διαφορετικό και ταυτόχρονα οικείο κόσμο, που τροφοδοτεί τον άλλον, τον ημερήσιο κόσμο του ορθολογικού συμβατικού βίου με ιδέες, σκέψεις και νοήματα που προβληματίζουν και αιφνιδιάζουν. Η συγγραφέας επεξεργάζεται και καταθέτει ενύπνια δράσης με κινηματογραφική πλοκή, υποβλητικούς χώρους, αλληλουχία συμβάντων και περιστατικών. Αλληγορικούς τρομώδεις εφιάλτες με απροσδόκητη έκβαση, επίμονα όνειρα αγωνίας και περιοδικά επαναλαμβανόμενα όνειρα άγχους που διαχειρίζονται δραματικές ανατροπές, σπαραχτικούς αποχωρισμούς και μεγαλειώδεις επανενώσεις. Ή άλλα όνειρα, ακατανόητα και απροσπέλαστα, δυσερμήνευτα και απροσδόκητα, βουβά και παραλυτικά, εξωτικά και μεταφυσικά, ευοίωνα και δυσοίωνα που υφαίνουν έναν κόσμο μαγικό. Ένα σύμπαν παράλληλο και απόλυτα συγγενές με την ποιητική των λογοτεχνικών βιβλίων της Ζυράννας Ζατέλη, καθώς οι μυθιστορηματικοί ήρωες και τα αγαπημένα συγγενικά της πρόσωπα μπαινοβγαίνουν στην ονειρική σκηνή ανταλλάσσοντας χαρακτηριστικά και ιδιότητες.

Με κέντρο βάρους τον εαυτό και γύρω από αυτόν


ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ Δ. ΠΕΖΑΡΟΥ

ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΣΦΑΙΡΟΠΟΥΛΟΥ: Ουσιαστικά, ποιήματα, εκδόσεις  Ιωλκός, σελ. 46

Μυρτώ Ξανθοπούλου, Xωρίς τίτλο, 2018,
χαρτί μηχανογράφησης, ξυλάκια bamboo,
μπάλσα, λάμπα, 41 x 30 x 115 εκ.,
από την έκθεση Rendering the Sky στη γκαλερί Elika
(Ομήρου 27, Αθήνα), μέχρι 31/3
Τα «Ουσιαστικά» αποτελούν την πρώτη ποιητική κατάθεση της Αφροδίτης Σφαιροπούλου (Αθήνα, 1975), με την οποία φαίνεται ότι η νέα ποιήτρια φιλοδοξεί να ορίσει εξαρχής το στίγμα της μπαίνοντας, με βάση τις δικές της αλήθειες, στην «ουσία» των αισθητών και μη πραγμάτων που την απασχολούν. Αυτό, ίσως, υποδηλώνει και το, θα έλεγα, ευφάνταστο εξώφυλλο της συλλογής, όπου, χάρη βέβαια στους επιμελητές της έκδοσης, στο εξώφυλλο εμφανίζεται ο μισός μονολεκτικός τίτλος ΟΥΣΙΑ … και στο οπισθόφυλλο «σπρώχνεται» το άλλο μισό του ..ΣΤΙΚΑ.
Ολόκληρος, όμως, ο τίτλος της συλλογής λειτουργεί σε πολλαπλά επίπεδα, αντανακλώντας ίσως και το περιεχόμενο των ποιημάτων: «Ουσιαστικά», ως ουδέτερα ονόματα, κύρια ή κοινά, αφηρημένα (κυρίως) ή συγκεκριμένα, άψυχα (κυρίως) ή έμψυχα. «Ουσιαστικά» ως γραμματικός τύπος που προσδιορίζει τα υποκείμενα των φράσεων, ή ακόμη ως τροπικό επίρρημα για να προσδιορίσει, ως άκλιτο μέρος του λόγου, τις ποιητικές προτάσεις.  
Η πολλαπλότητα αυτή γίνεται, νομίζω, φανερή και στο ύστατο ποίημα, ομότιτλο της συλλογής, το οποίο και παραθέτω ολόκληρο για του λόγου το αληθές:
«Ουσιαστικά –καρφιτσωμένα σε πινάκιο παράλογων προσδοκιών− προσμένουν να γενούν ζευγάρια με τα ξεθωριασμένα επίθετα του παρελθόντος, με τα θορυβώδη ρήματα του μέλλοντος.
Αναμένουν να αντέξουν στο παρόν, ενδεδυμένα την αγωνία των δευτερόλεπτων, που αγκομαχώντας εναλλάσσονται εις το διηνεκές.
Ουσιαστικά … τι περιμένουν;»

Εγώ, ο Άλλος, στις φλόγες


ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΑΣ ΠΑΠΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΟΛΛΑΣ, Ο κήπος στις φλόγες, σελ. 160

― Οι πρόσφυγες και οι μετανάστες είμαστε τα σκουπίδια του πολιτισμένου κόσμου σας […]; Είμαστε οι εφιάλτες των ονείρων σας, τα πεταμένα στο φωταγωγό έμβρυα που δε θέλετε να βλέπετε; […] Ποτέ μου δεν ένιωσα σκουπίδι στην αυλή του πολιτισμένου κόσμου.
Δημητρησ Νολλασ

Διευκρινίζω εξαρχής ότι δεν κομίζω γλαύκα. Κριτικός δεν είμαι, φιλόλογος δεν θέλω να είμαι, δεν καμώνομαι τον επαρκή αναγνώστη ―υπάρχει άραγε; κι εάν ναι, ζητώ επειγόντως τα στοιχεία του― πόσω δε μάλλον ερχόμενη να μιλήσω ετεροχρονισμένα για έργο της σύγχρονής μας πεζογραφίας, και συγκεκριμένα για ένα πολυσυζητημένο ήδη μυθιστόρημα, ενός κλασικού πλέον πεζογράφου μας, που αναμφίβολα είναι ο Δημήτρης Νόλλας.
Πιθανόν ασυγχώρητα εγωιστικά, κι αυθαίρετα, θα τοποθετούσα τον εαυτό μου σ’ αυτούς, τους ελάχιστους, που επιμένουν να διαβάζουν για «την αγάπη της ανάγνωσης», παρότι όχι… δεν διαβάζω για το story, παρά για τον τρόπο που μου κοινωνείται από τον εκάστοτε τεχνίτη.[1] Δεν με ενδιαφέρει το ποιος μιλά, ούτε τόσο το τι λέει, αλλά το πώς. Η λογοτεχνία είναι πρωτίστως τρόπος· και ο αφηγητής, εν προκειμένω, ακούραστος παρατηρητής μιας Αθήνας υπό κατάρρευση, εισχωρεί άλλοτε στη «Βίλα Κατάθλιψη», άλλοτε στο τεράστιο διαμέρισμα του αστού Πρόξενου, και άλλοτε, ανοιγοκλείνοντας το μάτι στον αναγνώστη, βγαίνει δήθεν από την αφήγηση, για να τον αντικρίσει κατάματα:
«Γι’ αυτό λοιπόν κι εμείς, προσεκτικέ κι ευαίσθητε αναγνώστη, ας ακροβολιστούμε, όπως κάνουμε συνήθως μπροστά σε κάθε αλλόκοτη πρόταση που εμφανίζεται στην τυπωμένη σελίδα και μας γεννά μιαν αμφιθυμία από το αιφνίδιο και βίαιο ξύπνημά μας» (σελ. 41).