Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2017

painting by Silena

Nikiforos Vrettakos
Small galaxies

People come and go on earth.
Stop for a while, the one stands
Facing the other, talk to each other .
Then they leave, cross each other like
stones which stare the one another
But you,
You didn't change your way, you walked straight ahead, you moved
through me, underneath my arches
as well as I did too : I moved straight ahead, through you
Underneath your arches. We stood the one
inside the other like if we had arrived.
Watching over us two worlds in full
shine and movement, we stood amazed and immovable
Beneath their view -
You were water
Flooding in me all the cisterns .
You were light, you were shared . All
My veins became suddenly a
shining net : feet, hands,
chest , forehead .
The stars are seeing it :
Two billions small galaxies and more which
inhabit the earth.


Νικηφόρος Βρεττάκος
Οἱ μικροὶ γαλαξίες

Πᾶνε κι ἔρχονται οἱ ἄνθρωποι πάνω στὴ γῆ.
Σταματᾶνε γιὰ λίγο, στέκονται ὁ ἕνας
ἀντίκρυ στὸν ἄλλο, μιλοῦν μεταξύ τους.
Ἔπειτα φεύγουν, διασταυρώνονται, μοιάζουν
σὰν πέτρες ποὺ βλέπονται.
Ὅμως, ἐσύ,
δὲ λόξεψες, βάδισες ἴσα, προχώρησες
μὲς ἀπὸ μένα, κάτω ἀπ᾿ τὰ τόξα μου,
ὅπως κι ἐγώ: προχώρησα ισα, μὲς ἀπὸ σένα,
κάτω ἀπ᾿ τὰ τόξα σου. Σταθήκαμε ὁ ἕνας μας
μέσα στὸν ἄλλο, σὰ νάχαμε φτάσει.
Βλέποντας πάνω μας δυὸ κόσμους σὲ πλήρη
λάμψη καὶ κίνηση, σαστίσαμε ἀκίνητοι
κάτω ἀπ᾿ τὴ θέα τους -
Ἤσουν νερό,
κατάκλυσες μέσα μου ὅλες τὶς στέρνες.
Ἤσουνα φῶς, διαμοιράστηκες. Ὅλες
οἱ φλέβες μου ἔγιναν ἄξαφνα ἕνα
δίχτυ ποὺ λάμπει: στὰ πόδια, στὰ χέρια,
στὸ στῆθος, στὸ μέτωπο.
Τ᾿ ἄστρα τὸ βλέπουνε, ὅτι:
δυὸ δισεκατομμύρια μικροὶ γαλαξίες καὶ πλέον
κατοικοῦμε τὴ γῆ.

Δευτέρα, 11 Σεπτεμβρίου 2017


the cloud
by Silena

Come With Me, I Said, And No One Knew (VII) 
by Pablo Neruda

Come with me, I said, and no one knew
where, or how my pain throbbed,
no carnations or barcaroles for me, 
only a wound that love had opened.

I said it again: Come with me, as if I were dying,
and no one saw the moon that bled in my mouth
or the blood that rose into the silence.
O Love, now we can forget the star that has such thorns!

That is why when I heard your voice repeat
Come with me, it was as if you had let loose
the grief, the love, the fury of a cork-trapped wine

the geysers flooding from deep in its vault:
in my mouth I felt the taste of fire again,
of blood and carnations, of rock and scald. 

Arvo Pärt: Frates

Σάββατο, 26 Αυγούστου 2017



Guillaume Apollinaire (August 26, 1880 – November 9, 1918)

Dans le brouillard s’en vont un paysan cagneux
Et son boeuf lentement dans le brouillard d’automne
Qui cache les hameaux pauvres et vergogneux
Et s’en allant là-bas le paysan chantonne
Une chanson d’amour et d’infidélité
Qui parle d’une bague et d’un coeur que l’on brise
Oh! l’automne l’automne a fait mourir l’été
Dans le brouillard s’en vont deux silhouettes grises

Guillaume Apollinaire, Alcools, 1913


Guillaume Apollinaire (August 26, 1880 – November 9, 1918)

In the mist there goes a deformed peasant
And his ox slowly in the autumn mist
Whisch hides the poor and shameful hamlets
And away goes the peasant singin
A song of love and infidelity
That tells of a ring and a broken heart
Oh! autumn the autumn kills the summer
In the mist two grey shadows pass

Translation by Matthew Geden


Julio Cortázar
(August 26, 1914 – February 12, 1984)
The Future

And I know full well you won’t be there.
You won’t be in the street, in the hum that buzzes
from the arc lamps at night, nor in the gesture
of selecting from the menu, nor in the smile
that lightens people packed into the subway,
nor in the borrowed books, nor in the see-you-tomorrow.
You won’t be in my dreams,
in my words’ first destination,
nor will you be in a telephone number
or in the color of a pair of gloves or a blouse.
I’ll get angry, love, without it being on account of you,
and I’ll buy chocolates but not for you,
I’ll stop at the corner you’ll will never come to,
and I’ll say the words that are said
and I’ll eat the things that are eaten
and I’ll dream the dreams that are dreamed
and I know full well you won’t be there,
not here inside, in the prison where I still hold you,
nor there outside, in this river of streets and bridges.
You won’t be there at all, you won’t be even a memory,
and when I think of you I’ll be thinking a thought
that’s obscurely trying to recall you.

Julio Cortázar
El Futuro

Y se muy bien que no estaras
No estaras en la calle, en el murmullo que brota de noche
de los postes de alumbrado, ni en el gesto
de elegir el menu, ni en la sonrisa
que alivia los completos en los subtes,
ni en los libros prestados ni en el hasta manana.
No estaras en mis suenos,
en el destino original de mis palabras,
ni en una cifra telefonica estaras
o en el color de un par de guantes o una blusa.
Me enojare, amor mio, sin que sea por ti,
y comprare bombones pero no para ti,
me parare en la esquina a la que non vendras,
y dire las palabras que se dicen
y comere las cosas que se comen
y sonare los suenos que se suenan
y se muy bien que no estaras,
ni aqui adentro, la carcel donde aun te retengo,
ni alli fuera, este rio de calles y de puentes.
No estaras para nada, no seras ni recuerdo,
y quando piense en ti pensare un pensamiento
que oscuramente trata de acordarse de ti.

Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017


Nobody Knows this little Rose 
by Emily Dickinson

Nobody knows this little Rose --
It might a pilgrim be
Did I not take it from the ways
And lift it up to thee.
Only a Bee will miss it --
Only a Butterfly,
Hastening from far journey --
On its breast to lie --
Only a Bird will wonder --
Only a Breeze will sigh --
Ah Little Rose -- how easy
For such as thee to die!

This Little Rose 
photo by: © Silena 
All Rights Reserved

Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017


The Colossus by Sylvia Plath

I shall never get you put together entirely,
Pieced, glued, and properly jointed.
Mule-bray, pig-grunt and bawdy cackles
Proceed from your great lips.
It’s worse than a barnyard.
Perhaps you consider yourself an oracle,
Mouthpiece of the dead, or of some god or other.
Thirty years now I have labored
To dredge the silt from your throat.
I am none the wiser.
Scaling little ladders with glue pots and pails of lysol
I crawl like an ant in mourning
Over the weedy acres of your brow
To mend the immense skull plates and clear
The bald, white tumuli of your eyes.
A blue sky out of the Oresteia
Arches above us. O father, all by yourself
You are pithy and historical as the Roman Forum.
I open my lunch on a hill of black cypress.
Your fluted bones and acanthine hair are littered
In their old anarchy to the horizon-line.
It would take more than a lightning-stroke
To create such a ruin.
Nights, I squat in the cornucopia
Of your left ear, out of the wind,
Counting the red stars and those of plum-color.
The sun rises under the pillar of your tongue.
My hours are married to shadow.
No longer do I listen for the scrape of a keel
On the blank stones of the landing.

photo: Snow flower by Silena

Κολοσσός, Σύλβια Πλαθ
Κατερίνα Ηλιοπούλου, Ελένη Ηλιοπουλου

Ποτέ δεν θα μπορέσω να σε συναρμολογήσω ολοκληρωτικά,
Κάθε κομμάτι, όπως πρέπει κολλημένο και συναρμοσμένο.
Γκαρίσματα, γρυλίσματα  γουρουνιών και αισχρά κακαρίσματα
Εξέρχονται από τα παχιά σου χείλη..
Είναι χειρότερα κι από σταύλο.

Ίσως θεωρείς τον εαυτό σου ένα μαντείο,
Επιστόμιο για τους νεκρούς, ή για κάποια θεότητα.
Τριάντα χρόνια τώρα είναι που μοχθώ
Να στεγνώσω τις λάσπες από το λαιμό σου.
Δεν έγινα σοφότερη.

Αναρριχώμαι σε μικρές σκαλωσιές με τα δοχεία της κόλλας και τους κουβάδες με τη λαζολίνη
Έρπω σαν μυρμήγκι που θρηνεί
Πάνω από τις χορταριασμένες εκτάσεις των φρυδιών σου
Να επισκευάσω τις τεράστιες πλάκες του κρανίου σου
Και να καθαρίσω τους γυμνούς λευκούς τύμβους των ματιών σου.

Ένας γαλάζιος ουρανός βγαλμένος από την Ορέστεια
Ορθώνεται σαν αψίδα από πάνω μας . Ω πατέρα, είσαι από μόνος σου
Ρωμαλέος και ιστορικός σαν Ρωμαική Αρένα.
Στρώνω για το γεύμα μου πάνω σ` ένα λόφο με μαύρα κυππαρίσια.
Τα διαμπερή σου κόκκαλα και ακάνθινα μαλλιά είναι σκορπισμένα

Με την γνωστή  τους αναρχία στην γραμμή του ορίζοντα.
Χρειάζεται κάτι πιο δυνατό από το χτύπημα ενός κεραυνού
Για να δημιουργήσει ένα τέτοιο ερείπιο.
Τις νύχτες, φωλιάζω στο κέρας της Αμάλθειας
Του αριστερού σου αυτιού, μακριά από τον άνεμο,

Μετρώντας τα κόκκινα άστρα κι εκείνα που έχουν το χρώμα του δαμάσκηνου.
Ο ήλιος ανατέλλει από την πύλη της γλώσσας σου.
Οι ώρες μου νυμφεύονται τη σκιά.
Δεν αφουγκράζομαι πια για το τρίξιμο μιας καρίνας
Πάνω στις γυμνές πέτρες της αποβάθρας.